Κάθε
πρωτοβουλία ορισμένων ανθρώπων, μόλις
κοινοποιείται και, ανεξαρτήτως του κατά
πόσον γίνεται αποδεκτή, προσκρούει σε
ορισμένα εμπόδια.
Μεταξύ
αυτών είναι και η ασάφεια ή, η ποικιλία
των απόψεων σχετικά με το νόημα των
χρησιμοποιουμένων όρων:
«Αγορά,
θα κάνετε;» ρώτησε κάποιος και συμπλήρωσε
με προσποιητή αφέλεια: «Θα πουλάτε και
κάλτσες;»
Οι
παρανοήσεις των όρων είναι μία κατάσταση
...“ενδημική” και (τουλάχιστον, εν μέρει)
αποτέλεσμα σκοπίμων παραποιήσεων.
Η
Αγορά είναι ένας πολύ κατάλληλος χώρος
για την αποκατάσταση των παραποιημένων
όρων και εννοιών.
Αυτός,
και μόνον, ο λόγος θα αρκούσε για την
(ανα)σύστασή της.
Όπως
ήταν αναμενόμενο, τόσο στην πρώτη
Συνέλευσή μας (13/5/12) όσο, και περισσότερο,
στην δευτέρα (20/5/12) ανέκυψαν σχετικές
απορίες και πολλαπλές ανάγκες διασαφήσεων,
όπως:
- Τί είναι η «Αγορά» και σε τί διαφέρει από μία «Συνέλευση» ή, μία «Ανοικτή Συνέλευση» και, τί είναι αυτή; Ή, όπως ερώτησε κάποιος:
- Σε τί διαφέρει η «Αγορά (του Δήμου)» από την «Εκκλησία (του Δήμου)»; Και ακόμη:
- Η «Εκκλησία (του Δήμου)» είναι μία «Συνέλευση»;
- Κτλ, κτλ.
Το
πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι μία
Συν/έλευση δεν είναι παρά αυτό που λέγει
η λέξη: Άνθρωποι που συν/έρχονται
(«συν/ελεύσομαι», μέλλων του ρήματος
συν/έρχομαι). Αφ' ης στιγμής, οι άνθρωποι
(θα) συν/ελεύσονται, συν/ευρίσκονται. Το
τί θα κάμουν κατά την διάρκεια της
συν/εύρεσής τους είναι δικό τους θέμα.
Εάν, οι συνελεύσαντες, συνιστούν ένα
περιορισμένο σύνολο, ειδικώς προσδιορισμένο
– όπως είναι τα μέλη ενός συλλόγου ή,
ενός σωματείου κτλ – τότε, το περιεχόμενο
και οι λειτουργίες των συνελεύσεων
αυτού, καθορίζονται και εξαρτώνται από
τις αρχές και τους κανόνες που έχουν
θέσει τα μέλη του (προσδιορισθείσες
κατά την ίδρυσή του και επαναπροσδιορίσιμες
κατά τις καταστατικές του συνελεύσεις).
Οι
συνελεύσεις που αφορούν τα μέλη
εκάστου συνόλου, ενίοτε είναι (όπως
λέμε:) «ανοικτές» και διά τα μη μέλη,
ενώ, τα μέλη, ορίζουν το πως θα είναι το
«άνοιγμα» αυτό (με ή, χωρίς δικαίωμα
λόγου ή/και ψήφου κτλ).
Μία
συνέλευση που δεν έχει προσδιορισμένα
μέλη, δεν έχει και προσδιορισμένα
μη μέλη και, άρα, δεν μπορεί να είναι
ούτε «κλειστή» ούτε «ανοικτή».
Ο
Αγοραίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως
«προσδιορισμένα μέλη της Αγοράς»,
καθόσον, εις αυτήν, πηγαίνει όποιος
θέλει. Υπό την έννοια αυτή, η Αγορά, δεν
μπορεί να θεωρηθεί ως Συνέλευση και δη
αποφασιστική.
Αντιθέτως,
η Εκκλησία (ρήμα εκ/καλώ) του Δήμου είναι
αποφασιστικό όργανο αποτελούμενο
από εκκλήτους, ήτοι, καλεσμένους
προκειμένου να αποφασίσουν. Αυτή,
αποφασίζει γιά όλα τα ζητήματα που
αφορούν το σύνολο του πληθυσμού μίας
δημοκρατικής (κράτος του Δήμου) πόλης.
Αποφασίζει ακόμη και για το ποία είναι
τα ζητήματα διά τα οποία δεν χρειάζεται
ή, δεν πρέπει να αποφασίζει. Για τα
ζητήματα αυτά έχει δικαίωμα να αποφασίζει
ο καθείς, μόνος ή, καθ' ομάδας (συλλόγους,
ομίλους κτλ) υπό τον όρο να μη παραβιάζει
το, εν λόγω, δικαίωμα των άλλων.
Οι
ομάδες που αναφέραμε συνιστούν υποσύνολα
του πληθυσμού αλλά, θα ήταν ορθότερο
εάν τις θεωρούσαμε και ως «Υποσύνολα
της Αγοράς», καθόσον, δεν νοείται
«κοινωνική
ομάδα» που να
έχει συσταθεί εκτός της Αγοράς, ήτοι,
...ιδιωτικώς (η λέξη «ιδιώτης» είναι
συνώνυμο του βλακός, αρχαιόθεν – πρβλ:
«idiot»).
Περαιτέρω,
μπορούμε να επιμείνουμε προσθέτοντας,
εις τα «Υποσύνολα της Αγοράς», τον
όρο: «(Συν)λειτουργικά»
διότι, μία τυχαία παρουσία ανθρώπων,
άνευ κάποιου τρόπου συλλειτουργίας,
δεν είναι «ομάδα».
Δεν θα υπερβάλαμε δε, εάν λέγαμε πως,
όταν αναφερόμαστε στο σύνολο των
Αγοραίων, ουσιαστικά, αναφερόμαστε σε
ένα σύνολο που περιέχει (και) όλους τους
χρηστούς πολίτες – εάν, βεβαίως, τον
«μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα
αλλ' αχρείον νομίζομεν».
Συνοπτικώς,
θα μπορούσαμε να πούμε:
Οι
Αγοραίοι, εν συνόλω, συνιστούν την Αγορά
και, καθ' ομάδας, συνιστούν Λειτουργικά
Υποσύνολα αυτής, ήτοι, παρέες,
ομάδες, εταιρείες, ομίλους, συλλόγους,
σωματεία, κόμματα κτλ, κτλ.
Εις
το σημείο αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε
ότι το θέμα διασαφήσθηκε εάν δεν είχαν
μείνει εκκρεμή κάποια ζητήματα:
Πώς
λειτουργούν όλα αυτά τα “υποσύνολα”
και κυρίως με ποία κριτήρια και εξ αιτίας
ποίων κινήτρων συστήνονται;
...
Απορία
ρήτορος, παρομοίωση...:
Οι Τρίποδες.
Επειδή,
ως γνωστόν, η ψυχή του ανθρώπου είναι
άβυσσος και επειδή, συνήθως, είναι ασαφή
τα κίνητρα των ενεργειών του και,
...αφανής η “έλλογη” σχέση τους προς
τις ανάγκες και τις ιδιότητές του, θα
επινοήσουμε κάποια ...άλλα όντα: Όντα,
ουδόλως αβυσσαλέα, σαφέστατα και με
προφανείς ιδιότητες:
Τους
Τρίποδες.
Αυτοί,
είναι (προϊ)όντα της μαθηματικής φαντασίας
η οποία, πολλές φορές, μας βγάζει από
την δύσκολη θέση, μετατρέποντας τα
σύνθετα προβλήματα της ζωής σε, ευχάριστα,
μαθηματικά παιχνίδια.
Όταν,
κατόπιν, επιστρέψουμε από το παιχνίδι,
δηλαδή, όταν απολέσουμε την μαθηματική
ελευθερία και (αν) απαλλαγούμε από την
ψευδαίσθηση πως την διατηρούμε, μπορούμε
να ασχοληθούμε αποτελεσματικότερα με
τα προβλήματα της ζωής, εφοδιασμένοι
με όσες δεξιότητες (αν) αποκτήσαμε εν
όσω παίζαμε.
Λοιπόν,
αυτοί, οι Τρίποδες, βλέπουν και μπορούν
να κινηθούν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Τα
τρία πόδια τους αρθρώνονται σε μία
λεκάνη που είναι ένα ορθό τριγωνικό
πρίσμα.
Η
τριγωνική βάση του πρίσματος, ανήκει
σε ένα σύνολο τριγώνων {Τ} με τις
εξής ιδιότητες:
- Έκαστο τρίγωνο κείται επί ενός επίπεδου (Α).
- Είναι είτε ισόπλευρο ή, ορθογώνιο και ισοσκελές.
- Διά κάθε ισόπλευρο τρίγωνο (κόκκινο), πλευράς α, υπάρχει ένα τρίγωνο ορθογώνιο (γαλάζιο) του οποίου, η υποτείνουσα της ορθής γωνίας του, είναι ίση προς α και ένα άλλο του οποίου, εκάστη των καθέτων πλευρών, είναι ίση προς α.
- Διά κάθε ορθογώνιο τρίγωνο, με υποτείνουσα α και πλευρά β υπάρχει ένα ισόπλευρο τρίγωνο με πλευρά α και, ένα άλλο, με πλευρά β.
Οι Τρίποδες αν και φημίζονται για την νοημοσύνη τους δεν επαληθεύουν, όλοι, την φήμη τους. Π.χ. άλλοι κάθονται όλη την ημέρα στην Αγορ... επί του επιπέδου (Α) και λιάζονται ή, ...ξύνονται.
Οι
αληθεπώνυμοι νοήμονες προσπαθούν να
έλθουν σε επαφή με άλλους ή, να τους
“πλευρίσουν” και να δημιουργήσουν
σταθερές σχέσεις. Προς τούτο παρατηρούν
ποίες πλευρές τους ταιριάζουν και, ποίες
κλίσεις μεταξύ των πλευρών τους, είναι
κατάλληλες ώστε να συνδεθούν και να
φτιάξουν συνθέσεις πολυτριποδικές.
Μερικοί,
οι “ισοτικοί”, νομίζουν ότι, αυτές οι
συνθέσεις, πρέπει να διέπονται από την
...ισότητα των συντιθεμένων:
Άλλοι,
οι “ανισοτικοί”, θεωρούν, ότι οι
συνθέσεις μεταξύ ίσων, είναι ...πολύ
πληκτικές και, αναζητούν συνθέσεις
μεταξύ ...ανίσων. Αυτές τις συνθέσεις,
τις βρίσκουν πολύ ...“σκερτσόζικες”:
«Δεν
είναι “σκερτσόζικες” αλλά... αντικανονικές»,
αντιτείνουν οι “ισοτικοί”.
«Μα
τί οκτάγωνα είναι αυτά;», λέγουν οι άλλοι
(για το αστεροειδές εξάγωνο δεν μίλησαν).
«Το ένα είναι σαν ...“μυλαράκι” και, το
άλλο, δεν είναι συμπαγές. Και ούτε ένα
από αυτά δεν είναι κανονικό,... αφού δεν
είναι συμμετρικά: Το ένα είναι δεξιόστροφο
και το άλλο αριστρερόστροφο...»
Εν
συνεχεία,... αυτοπροβάλλονται:
«Εμείς
μπορούμε να τα κάνουμε όλα: Και κανονικά
και συμπαγή και συμμετρικά»:
...
Οι
“ισοτικοί” δεν “το έβαλαν κάτω”.
Σκέφτηκαν επί πολύ, σχεδίασαν και, είπαν:
«Μεταξύ
ίσων, μπορούν να ευρεθούν κοινά στοιχεία
και να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις
ή/και αφαιρέσεις»...:
«Αυτό,
μας επιτρέπει», συνέχισαν, «να κάνουμε
συνθέσεις που είναι και κανονικές, και
συμπαγείς, και “ομοιογενείς”» (το
τελευταίο, το τόνισαν):
«Βρε...
τί «ομοιογενείς» και κουραφέξαλα»,
απαντούν οι άλλοι. «Όλοι, στο γένος των
Τριπόδων ανήκουμε... Εσείς όμως, δεν
κάνετε συνθέσεις «“ομοιογενείς”»
αλλά, μονολιθικές... Αφού, δεν “παίζετε”
ούτε με τους ομοίους σας. Ούτε καν, με
τα μικρά σας αδερφάκια!...»
«Όχι»,
απαντούν οι άλλοι. «Τα αδερφάκια μας,
τα παίζουμε... Άλλους, δεν παίζουμε...»
Κτλ,
κτλ, κτλ.
...
Πάντως,
όλοι οι συλλογικοτρίποδες ήσαν
ευχαριστημένοι εφόσον, παρά τις διαφωνίες
τους, μπορούσαν να συνδέονται... Ορισμένοι,
μάλιστα, έβλεπαν και κάποιες μελλοντικές
προοπτικές:
Αυτές οι προοπτικές δεν επαληθεύθηκαν διότι,
ξαφνικά, ακούστηκε μία φωνή:
«Ρε
μάπες,... πώς τα καταφέραμε και στριμωχτήκαμε,
έτσι, που δεν μπορούμε να κουνηθούμε;!;!;»
Αυτή
η φωνή ήταν η αρχή μίας μεγάλης
αναταραχής...:
Άλλοι
φώναζαν: «Κάν(τ)ε πιο πέρα ρε...» (και
ακολουθούσαν άκοσμες προσφωνήσεις).
Άλλοι
απαντούσαν: «Και που θες να πάω ρε...»
(και ακολουθούσαν άκοσμες προσφωνήσεις).
Σιγά-σιγά,
και με πολλές σπρωξιές, κατάφεραν να
αραιώσουν και άρχισαν να κουνιόνται...
Κουνιόντουσαν όλο και περισσότερο, ώστε
να απομακρυνθούν αρκετά και να μην έχουν
φόβο ότι θα ξανασυνδεθούν. Η “εμπειρία”
τους, τούς είχε διδάξει το πόσο “κακό”
πράγμα είναι αυτή η σύνδεση... Κουνιόντουσαν,
τόσο πολύ και τόσο επί πολύ, ώστε, στο
τέλος, τους έμεινε το κούνημα... Έγινε,
κάτι, σαν τρόπος συμπεριφοράς. Κουνιόντουσαν
χωρίς καμμία αιτία, ...χωρίς να θέλουν
να μεταβούν κάπου, ...μόνο και μόνο για
να μη μένουν ακίνητοι.
Οι
άλλοι, εκείνοι που από παλιά δεν είχαν
κινηθεί καθόλου αλλά, λιαζόντουσαν,
εξακολουθούσαν να μένουν αδρανείς. Μόνο
που, τώρα, απέκτησαν μία απορία:
Κοιτούσαν
τους κουνιστούς και προσπαθούσαν να
εξηγήσουν το φαινόμενο...:
«Βρε,
καλά κάνουμε εμείς, και καθόμαστε στ'
αυγά μας...», έλεγαν, «από το να κουνιόμαστε
χωρίς λόγο...»
Εν
τέλει, το σύνολο {Τ}, των Τριπόδων,
είχε χωριστεί σε δύο μεγάλα υποσύνολα:
- Το σύνολο {Τα} των ακινήτων, (αφού «δεν έχουν λόγο») και
- Το σύνολο {Τκ} των κουνιστών (χωρίς να έχουν λόγο).
Τώρα,
εκείνη η παλαιά διαμάχη περί του τρόπου
της σύνδεσης, που ήταν περιορισμένη
μεταξύ εκείνων που ήθελαν να συνδεθούν,
άλλαξε και γενικεύτηκε:
Οι
κουνιστοί έλεγαν στους ακίνητους:
«Κουνιόμαστε
για να μείνουμε αυτόνομοι...»
Οι
άλλοι απαντούσαν:
«Κι'
εμείς που δεν κουνιόμαστε... πάλι, μένουμε
αυτόνομοι...»
Αυτόνομοι,
βεβαίως, δεν ήσαν διότι, ούτε η άσκοπη
κίνηση ούτε η ακινησία απαιτούν κάποιους
νόμους άρ', ούτε και αυτονόμους,
αλλά, οι Τρίποδες, δεν ομιλούσαν την
ελληνικήν... Κραύγαζαν όμως και, με τις
κραυγές τους, σκέπαζαν κάποιες άλλες,
αδύναμες φωνές:
«Εμείς,
και να κουνηθούμε και, να μη κουνηθούμε...
δεν μπορούμε να είμαστε αυτόνομοι...»
Ποίοι
ήσαν αυτοί;;;
Εκείνοι
που διά να συνδεθούν ...είχαν κόψει το
ένα τους πόδι!!!
Τότε, όταν το είχαν πράξει, κανείς δεν είχε εξετάσει εάν επρόκειτο περί αυτοθυσίας ή, περί απερισκεψίας...
Τώρα
όμως, όλοι αντιλαμβάνονται την αναπηρία
τους και τις συνέπειές της...
Η αναπηρία τους είχε προκαλέσει και μία ανισορροπία, τέτοια ώστε, όταν κινούνται πέφτουν. Ο
μόνος τρόπος που έχουν για να το αποφύγουν είναι
να παραμένουν, υποχρεωτικώς, συνδεδεμένοι,
σαν σιαμαίοι.
Βεβαίως,
αυτό, προκαλεί άλλες συνέπειες... Όχι
μόνο στους ίδιους αλλά και στο σύνολο
των Τριπόδων:
Πρώτ'
απ' όλα, υπάρχει το πρόβλημα ...επανένταξης,
αυτών, των αναπήρων σιαμαίων. Αυτοί, δεν
είναι πλέον Τρίποδες αλλά, είτε δίποδες
ανισόρροποι είτε, τετράποδες δικέφαλοι...
Οι μεν, είναι αυθύπαρκτοι αλλ', όχι
αυτοκίνητοι (διότι, από την ανισορροπία
τους, όταν κινούνται, πέφτουν) οι δε,
είναι αυτοκίνητοι αλλά, διχόγνωμοι
(αφού έχουν δύο κεφάλια...).
Εξ
αιτίας των ανωτέρω, οι άλλοι Τρίποδες,
δεν τους κάνουνε παρέα, οπότε και αυτοί
κάθονται απομονωμένοι, φιλοσοφούν και
σχολιάζουν:
Ένας
λέγει:
«Αυτοί,
οι αυτόνομοι ακίνητοι, νέμονται την
ακινησία τους, και οι άλλοι, οι
(υπέρ)κινητικοί, νέμονται την
υπερκινητικότητά τους...»
Ένας
άλλος προσθέτει:
«Καλά,...
αυτοί, οι ακίνητοι... έχουν μουχλιάσει...»
Ένας
τρίτος συμπληρώνει:
«Κι'
άλλοι, οι υπερκινητικοί... έχουν
αλαλιάσει... Εν τέλει, όλοι τους, μένουν
ασύνδετοι...»
Ένας
τέταρτος παραδέχεται, αυτοκριτικά:
«Κι'
εμείς, που είχαμε συνδεθεί... γιατί,
κατόπιν, ξεσυνδεθήκαμε;»
Ένας
πέμπτος:
«Μα,
αφού δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε;»
Ένας περιπαικτικός, ερωτά:
«Και
αφού δεν μπορούσαμε να κινηθούμε, τότε,
πώς ξεσυνδεθήκαμε; -Ακούνητοι;»
Ο
πέμπτος, ξανά και οργισμένα:
«Ρε
έξυπνε! - για να μη πω «γελοίε!» - άλλο πράγμα η ακινησία που
οφείλεται στην σύνδεση και άλλο, η κίνηση
που προκαλεί την αποσύνδεση...»
Ο
περιπαικτικός, ξανά και «γελοία»:
«Η
σύνδεση χρειάζεται και κούνημα αλλ', όχι
τόσο, που να επέρχεται η αποσύνδεση...»
Ο
τρίτος αντιπαρήλθε το “πονηρό”
υπονοούμενο και είπε:
«Αυτοί
οι υπερκινητικοί είναι τρελοί...: Δεν
ξεσυνδέθηκαν για να κινηθούν... αλλά,
κινούνται για να μη ξανασυνδεθούν...»
Ο
τέταρτος:
«Βλέπουν
κι' εμάς... και μας έχουν σαν κακό
παράδειγμα. Θυμούνται πως, για να
συνδεθούμε, ακρωτηριαστήκαμε...»
Ο
προηγούμενος επιμένει:
«Δεν
ακρωτηριαστήκαμε για να συνδεθούμε
αλλά, γιατί ακούσαμε αυτόν τον ηλίθιο
που μας κορόϊδευε... επειδή, λέει, δεν
είχαμε συνδεθεί με τρόπο συμπαγή... Ακούς
«συμπαγή»... Και κοντέψαμε να σκάσουμε...»
Δεν
γνωρίζουμε επακριβώς την ανατομία των
Τριπόδων ούτε και τις σωματικές τους
λειτουργίες, οπότε, δεν μπορούμε να
ερμηνεύσουμε το ακριβές νόημα του
ρηματικού τύπου «σκάσουμε». Ίσως να το
αντιληφθούμε αργότερα.
Προς
το παρόν, ο ομιλητής, υπενθύμησε τα δύο
οκτάγωνα:
«Δεν
μας άρεσε – βλέπεις – το πρώτο...», είπε.
«Α,...
ήταν, και εκείνο, το θέμα της συμμετρίας»,
ήρθε στο νου κάποιου.
«Δηλαδή,
μία σαχλαμάρα...» συνέχισε «Και... τί,
ήταν εκείνο το “αριστερόστροφο” και
“δεξιόστροφο” που μας έλεγαν; Πέστε
μου: Από αυτά που, τώρα, θα σας περιγράψω,
ποιό είναι “δεξιόστροφο” και ποιό,
“αριστερόστροφο”;»
Άλλος
υπενθύμισε άλλο:
«Όμως,
υπάρχει ακόμη μία μομφή (εάν την θεωρήσουμε
ως τέτοια), που εκκρεμεί, εναντίον μας:
Η
σύνθεση, είναι εντελώς μονολιθική...
Θυμόσαστε που μας είπαν ότι δεν “παίζουμε”
ούτε τα μικρά μας “αδερφάκια”;»
«Ε,
τέτοιες βλακείες ακούγαμε και
ακρωτηριαστήκαμε...» είπε ο προηγούμενος.
«Όχι μόνο τέτοιες»,
διόρθωσε ο άλλος και επέμεινε: «Όμως, θα τις αποκαλούσες
«βλακείες», εάν μπορούσαμε να λύσουμε,
το πρόβλημα αυτό, χωρίς να ακρωτηριαστούμε;»
«Ποιό
πρόβλημα μωρέ;...» είπε ένας που είχε
μείνει σιωπηλός. Εμείς, ούτε καν, το
έχουμε διατυπώσει;»
...
Ε,...
αφού, δουλειά δεν είχαν, βάλθηκαν να το
διατυπώσουν:
Άρχισε
κάποιος:
«Να
κατασκευαστεί οκτάγωνο, με τρίγωνα
ορθογώνια και ισοσκελή, ...μικρά και
μεγάλα...».
«Τί
«μικρά και μεγάλα»;;;», πετάχτηκε αυτός
που μίλησε για δεύτερη φορά. «Πόσο θα
είναι τα «μικρά» και πόσο τα «μεγάλα»;
Χμμμ... Για προσέξτε, τι θα πω: Η υποτείνουσα
του μικρού να είναι πλευρά του μεγάλου.»
Συμφώνησαν
και, ένας συμπλήρωσε:
«Κανένα
τρίγωνο δεν πρέπει να κοπεί (δηλαδή, ν'
ακρωτηριαστεί) και κάθε τρίγωνο να έχει
μία τουλάχιστον πλευρά που δεν θα είναι
εντελώς καλυμμένη. – Αλλιώς, θα σκάσουμε.»
«Ναι»,
επέμεινε ο πρώην
σιωπηλός, «αλλά,
πόσα θα είναι τα μικρά και πόσα τα
μεγάλα;»
«Τόσα
και τόσα», είπε ο περιπαικτικός/«γελοίος».
«Άρα,
θα είναι τόσα μικρά όσα και μεγάλα,
σύμφωνοι;», συνεπάρανε
κάποιος που νόμιζε ότι κατάλαβε.
Ο
πρώην σιωπηλός δεν απήντησε, διότι θέλησε
να ξανασιωπήσει, ο περιπαικτικός/... σιώπησε,
διότι ήθελε να περιπαίξει, κι' αυτός που
νόμισε πως είχε καταλάβει, δεν εμίλησε, διά
να μη δείξει πως δεν είχε καταλάβει. Οι άλλοι,
εξέλαβαν την σιωπή, όλων
αυτών, ως συμφωνία
και, αφηρημένοι καθώς ήσαν, συμφώνησαν
κι' εκείνοι.
Μόλις όμως άρχισαν να ασχολούνται με
την λύση του προβλήματος, οι πιο
πολλοί απ' τους ...“φιλοσοφούντας” ...
“έστριψαν”:
«Πάμε
να κάνουμε επίσκεψη σε αυτούς που
λιάζονται» είπαν.
Αυτός
που διετύπωσε το πρόβλημα τους προσέβαλε:
«Εάν
ήσασταν ικανοί για επί σκέψεις, θα
ήσασταν ικανοί και για επί
νοήσεις...»
«Όσοι
είναι “μάγκες” και επινοητικοί, ας το
αναλάβουν»,
απήντησε ένας,
προκλητικώς.
...
Απέμειναν
ολίγοι... ή, μάλλον, το ανέλαβαν ολίγοι.
Το πως ενήργησαν είναι θέμα άλλης
διηγήσεως αλλά το αποτέλεσμα που επέφεραν,
ήταν το εξής:
«Κανονικό,
(συμμετρικό,) σταθερό, μας επιτρέπει να αεριζόμαστε και, τα μικρά μέλη που συμμετέχουν, είναι ισάριθμα με τα μεγάλα», ανεφώνησαν.
«Ευτυχώς»,
πετάχτηκε ο περιπαικτικός, «γιατί,... φαντάζεστε
το “ρεζιλίκι” μας, εάν δεν τα είχαμε
καταφέρει;...»
Φαίνεται
πως, στον κόσμο των Τριπόδων, αυτοί που
αναλαμβάνουν την λύση ενός προβλήματος, αν δεν τα καταφέρουν, γίνονται “ρεζίλι”.
Φαίνεται, επίσης πως, αυτό, το αναλογίζονται
ακόμη και οι περιπαικτικοί... - για να μη πούμε: «(ακόμη) και οι γελοίοι».
Αλλ',
ας μην εξάγουμε αυθαίρετα συμπεράσματα,
για όντα που δεν γνωρίζουμε επαρκώς
(ένα επεισόδιο δεν αρκεί).
Ας
επιστρέψουμε, λοιπόν, στον κόσμο των
ανθρώπων. Αυτόν, που τον γνωρίζουμε
επαρκέστερα... (από πολλά επεισόδια).
Στον κόσμο όπου, ελάχιστοι, είναι εκείνοι
που αισθάνονται “ρεζιλεμένοι”, όταν
αποτυγχάνουν...
«Ελάχιστοι»,
είναι (προς το παρόν) και οι Αγοραίοι...
αλλά, (προς το παρόν) δεν ξέρουμε εάν
είναι, οι αυτοί «ελάχιστοι».
Θα το μάθουμε μόλις τους βρούμε... στην
Αγορά που δημιουργούμε
για να τους
βρούμε...
Εκτός
και αν αποτύχουμε, οπότε, θα “ρεζιλευτού...ν” οι «άλλοι». (Άνθρωποι ήμαστε,... δεν είμαστε, δα, και Τρίποδες...)



















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου