Σημείωση:
Στο κείμενο αυτό παρουσιάζεται σχολιασμένο-διασκευασμένο ένα κείμενο του σχολικού βιβλίου της Λογικής (σελ. 141) και ο λόγος που γράφεται εδώ, είναι διά να τεθεί μία παραπομπή προς αυτό από το Φόρουμ με τίτλο: «Τίς αγορεύειν βούλεται;... και επίσταται.» και, ειδικώς, από δύο σημεία αυτού:
1ον: ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ ΣΕ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ (ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ).
2ον: ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ.
1ον: ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ ΣΕ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ (ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ).
2ον: ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ.
Κριτική της ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ, του Βιβλίου, εις
το 4ο μέρος του και εις το θέμα:
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ.
Έκαμα μία προσπάθεια να ‘ξαναγράψω’ την εισαγωγή έτσι που να είναι
χρησιμότερη εις την Ομάδα μας («Τίς αγορεύειν βούλεται;... και επίσταται»),
προσπαθώντας να χρησιμοποιήσω τα ίδια τα στοιχεία της:
Έργο δυσμήχανο, αλλά η σύνταξη μίας άλλης εισαγωγής (δικής μου ή
αντιγραμμένης) δεν θα προσεφέρετο ως κριτική.
Τα προβληματικά σημεία της εισαγωγής του Βιβλίου θα κοκκινίζονται, θα αριθμούνται με εκθέτες (π.χ. χχχ1, ψψψ2
κτλ) και η επεξήγηση του κοκκινίσματος θα
γίνεται με
κόκκινο, έντονο κείμενο του οποίου το υπόστρωμα θα είναι κίτρινο.
Στο διασκευασμένο κείμενο θα σημειώνονται με γαλάζιο υπόστρωμα οι χαρακτηριστικές διαφοροποιήσεις.
1. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ
ΚΑΙ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ
1.1. ΕΣΑΓΩΓΗ
Σε αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου ασχολούμαστε με τη λογική από
πρακτική σκοπιά. Δηλαδή, με το πώς μπορούμε στην καθημερινή μας ζωή, όταν συζητούμε με άλλους ή όταν θέλουμε να γράψουμε ένα κείμενο1,
να διατυπώνουμε με σωστό τρόπο τις ιδέες μας, να αιτιολογούμε αυτά που λέμε
και να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε ασυνέπειες ή
λάθη σε αυτά που άλλοι λένε ή γράφουν2.
1: Όταν θέλουμε να πράξουμε κάτι (π.χ. να αγοράσουμε ένα
προϊόν), να μην την εφαρμόζουμε; Αυτό, δεν είναι «πρακτική σκοπιά»;
2: Σε αυτά που λέμε ή που γράφουμε εμείς, δεν πρέπει να
είμαστε σε θέση να διακρίνουμε λάθη και ασυνέπειες;
Πολύ συχνά οι
καθηγητές συμβουλεύουν τους Μαθητές να αναπτύξουν κριτική σκέψη και να
διατυπώνουν καθαρά και να αναλύουν σωστά τις ιδέες τους.3
3: Αυτό και ασύνδετο με τα προηγούμενα
και τα επόμενα και, εν τέλει, είναι άσχετο.
Όταν κάποιος υποστηρίζει μια θέση που δε μας φαίνεται από πρώτη άποψη σωστή4,
μπορούμε εύλογα να τον ρωτήσουμε: «Τι λόγους έχεις για να πιστεύεις αυτό;» ή
ακόμα, «Εξήγησέ μας γιατί αυτό είναι έτσι όπως το λες».
4: Αυτό (συμφώνως προς τα προηγούμενα
και τα επόμενα) πρέπει να παραληφθεί
Ακόμα και όταν είμαστε5 βέβαιοι για τις πεποιθήσεις
μας, πρέπει πάντα να είμαστε σε θέση να εξηγήσουμε τους λόγους για τους
οποίους πιστεύουμε ότι αυτές είναι ορθές. Γιατί οι πεποιθήσεις μας δεν είναι
πάντα σωστές, ούτε και οι άλλοι είναι πάντοτε διατεθειμένοι να αποδεχθούν
αυτά που εμείς πιστεύουμε.
5: Πώς αλλάζει το πρόσωπο του
ρήματος... χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια ...ειδοποίηση; όπως, π.χ.: «Αλλά
κι’ εμείς, (ακόμη και όταν ...)»
Βέβαια δεν είναι πάντοτε δυνατόν να
μπορούμε να αιτιολογήσουμε τα πάντα. Μια συζήτηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους,
τον Α και τον Β, μπορεί να είναι τελείως αποτυχημένη, αν ο Β ρωτάει συνέχεια
«γιατί» σε ό,τι λέει ο Α. Υπάρχουν πάντοτε κάποια πράγματα - κοινές
εμπειρίες, αποδεκτές αλήθειες κτλ- στα οποία δύο άνθρωποι συμφωνούν και πάνω
σε αυτά μπορεί να στηριχθεί μια συζήτηση. Η άρνηση να
δεχθούμε να συμφωνήσουμε με τον άλλο σε οτιδήποτε, μπορεί να οδηγήσει στην
έλλειψη κάθε επικοινωνίας6.
6: Η «άρνηση» και το «οτιδήποτε» θα
αφορούν «κοινές εμπειρίες, αποδεκτές αλήθειες κτλ» ή «μη κοινές εμπειρίες, μη
αποδεκτές αλήθειες κτλ»;
Μπορούμε να αιτιολογούμε και να
εξηγούμε είτε τις πεποιθήσεις μας είτε τις πράξεις μας. Ενδιαφερόμαστε τόσο
για το πώς είναι τα πράγματα όσο και για το τι πρέπει να πράττουμε. Έτσι, η
ανθρώπινη σκέψη μπορεί να είναι είτε θεωρητική είτε πρακτική, χωρίς να
αποκλείεται να συμβαίνουν και τα δύο τα οποία δεν
είναι πάντοτε ανεξάρτητα7. Πολλές φορές οι πεποιθήσεις μας
είναι δυνατό να επηρεάσουν τις πράξεις μας, όπως είναι δυνατόν και το
αντίστροφο.
7: Πότε όμως είναι «ανεξάρτητα»; Διά να
συμβεί αυτό θα πρέπει να υπάρχει κάποια θεωρία της απραξίας ή κάποια πράξη
αθεώρητη.
Σε σχέση με τις πεποιθήσεις μας
μπορούμε να έχουμε γι’ αυτές κίνητρα, λογικές
αιτίες και αιτίες διαμόρφωσής τους8. Σε αυτό το
κεφάλαιο του βιβλίου θα ασχοληθούμε μόνο με τους λόγους των πεποιθήσεών μας,
γιατί αυτοί ανήκουν στη σφαίρα της λογικής.
8: Τί είναι το έν εξ
αυτών που δεν είναι το άλλο; (Ίσως να το δούμε αμέσως κατόπιν...)
Όταν λέμε λογικές αιτίες ή λόγους
μιας πεποίθησης, εννοούμε διατυπωμένες προτάσεις, από την αλήθεια των οποίων
συνεπάγεται, είτε με βεβαιότητα είτε με πιθανότητα, η αλήθεια της πεποίθησής
μας. Από την άλλη πλευρά τα κίνητρα και οι αιτίες μπορούν να ανήκουν στις
σφαίρες της ηθικής ή της ψυχολογίας. Έτσι, το κίνητρο
για μια πράξη μας μπορεί να είναι το πρακτικό μας όφελος9.
Ακόμα η διαμόρφωση πεποιθήσεων μπορεί να οφείλεται σε ψυχολογικούς λόγους,
όπως για παράδειγμα, η πίστη κάποιου ότι «Τα μαύρα σκυλιά είναι επικίνδυνα»
μπορεί να οφείλεται σε φόβους ή περιστατικά της παιδικής του ηλικίας.
9: «Έτσι» (δηλαδή, κατά
συνέπεια προς το προηγούμενο) «το κίνητρο για μια πράξη μας μπορεί να είναι
το πρακτικό μας όφελος» που ...μπορεί να ανήκει στη σφαίρα της ηθικής ή της
ψυχολογίας». Είναι λογικά πράγματα αυτά;
Για τις ανάγκες του κεφαλαίου αυτού μπορούμε να ονομάσουμε επιχείρημα «το
σύνολο των λογικών αιτιών με τις οποίες υποστηρίζουμε μια πεποίθηση ή μια
θέση». Αυτός είναι ένας πιο χαλαρός ορισμός από αυτόν που είδαμε σε
προηγούμενο κεφάλαιο, γιατί τώρα ενδιαφερόμαστε για το πρακτικό και μη τυπικό
μέρος της λογικής. Έτσι10, ένα
επιχείρημα δεν είναι απλώς η διατύπωση κάποιων απόψεων. Με τα επιχειρήματα
προσπαθούμε να υποστηρίξουμε κάποιες θέσεις ή να αντικρούσουμε άλλες.
Λέγοντας επιχειρηματολογία, εννοούμε τη χρήση επιχειρημάτων στη διατύπωση των
σκέψεών μας και στην υποστήριξη και θεμελίωση των πεποιθήσεών μας.
10: Το «έτσι», πού αναφέρεται;
– Πρέπει να απαλειφθεί.
|
1. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ
ΚΑΙ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ
1.1. ΕΣΑΓΩΓΗ
Σε αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου
ασχολούμαστε με τη λογική από την σκοπιά της πρακτικής της εφαρμογής, κυρίως στην λεκτική επικοινωνία
μας με τους άλλους, προφορική, ή γραπτή. Δηλαδή, μελετάμε το πώς
μπορούμε, όταν ομιλούμε ή όταν γράφουμε ένα κείμενο, να διατυπώνουμε με σωστό
τρόπο τις απόψεις και τις ιδέες μας, να αιτιολογούμε αυτά που λέμε και να
είμαστε σε θέση να διακρίνουμε ασυνέπειες, ή λάθη τόσο στα δικά μας λεγόμενα, ή γραφόμενα όσο
και σ’ αυτά των άλλων.
Βεβαίως,
τους κανόνες της λογικής δεν τους χρησιμοποιούμε μόνον για την συνομιλία αλλά
και για την ορθή επίλυση των λοιπών προβλημάτων της ζωής μας.
(Εξ
ού και πολύ συχνά οι καθηγητές συμβουλεύουν τους Μαθητές να αναπτύξουν
κριτική σκέψη και να διατυπώνουν καθαρά και να αναλύουν σωστά τις ιδέες
τους.)
Ο απλούστερο έλεγχος της ορθότητας μίας
ομιλίας γίνεται με απλές, εύλογες ερωτήσεις όπως: «Ποίους λόγους έχεις για να
πιστεύεις αυτό;» ή, «Εξήγησέ μας γιατί αυτό είναι έτσι όπως το λες». Οι ερωτήσεις, βεβαίως, μπορεί να
είναι και συνθετότερες, όπως: «Αυτό, είναι κάτι που μπορείς να το αποδείξεις,
ή είναι μία θέση που πρέπει να την δεχθούμε ως ‘δεδομένη’;» Ως ‘δεδομένες
θέσεις’ θεωρούνται εκείνες που είναι κοινώς αποδεκτές από όλους τους
συνομιλητές, είτε ως γενικές/‘μόνιμες’ αλήθειες, ή ως υποθετικές/‘προσωρινές’
(ή/και υπό αίρεσιν) προκειμένου να διεξαχθεί η περαιτέρω συζήτηση. Ερωτήσεις
επ’ αυτών ταύτων των αναπόδεικτων θέσεων δεν μπορούν (προφανώς) να λάβουν
αποδεικτική απάντηση περί της ορθότητάς των. Μόνον κάποιες ενδείξεις μπορούν
να μας παρασχεθούν. Άρα, τέτοιες ερωτήσεις, ουσιαστικώς, έχουν μικρή
αποδεικτική αξία – εκτός από την διευκρίνιση του αναποδείκτου κάποιας θέσης.
Μικρότερη αξία έχουν οι επαναλαμβανόμες
(‘εκ συστήματος’) «γιατί» και «γιατί» και, μάλλον, πρέπει να κρίνονται ως
επιβλαβείς καθόσον προκαλούν διαρκή περίσπαση και απώλεια χρόνου.
Οι ουσιαστικές ερωτήσεις πρέπει να
απευθύνονται και προς εμάς τους ίδιους, ακόμη και όταν είμαστε βέβαιοι για
τις πεποιθήσεις μας. Όχι μόνον διότι πρέπει να συνειδητοποιούμε ότι,
οι άλλοι δεν είναι διατεθειμένοι ούτε υποχρεωμένοι να τις δεχθούν χωρίς επαρκή αιτιολόγηση,
αλλά και επειδή οι πεποιθήσεις μας, δεν διαμορφώνονται πάντοτε από λογικές
αιτίες. Δεν είναι δηλαδή, πάντοτε, γνώμες αλλά είναι και ‘δόξες’,
που έχουν υπαγορευθεί από άλλες, μη λογικές αιτίες. Ενίοτε θέλουμε να
αποκρύψουμε τις πραγματικές αιτίες ή τα κίνητρα των πράξεών μας και, τότε,
επικαλούμεθα ‘αιτίες’ ‘εξωλογικές’ – έστω και ‘ασυνειδήτως’. Η λογική
αιτιολόγιση μας βοηθάει να το συνειδητοποιήσουμε τόσο για ‘μας όσο και για
τους άλλους.
Η αιτιολόγηση, βεβαίως, δεν αφορά μόνον
πεποιθήσεις αλλά και πράξεις. Άλλωστε, είναι γνωστό πως αυτά τα δύο είναι αλληλεπηρεαζόμενα.
Σε αυτό το κεφάλαιο θα ασχοληθούμε μόνο
με τους ‘λόγους’ των γνωμών μας, τους ‘όντως’ λόγους, εκείνους που
ανήκουν στη σφαίρα της λογικής. Εξετάζουμε, δηλαδή, μόνον τις λογικές
αιτίες που τις προκαλούν, τεκμηριώνοντάς τις με λογικές προτάσεις, από την
αλήθεια των οποίων συνεπάγεται με βεβαιότητα ή με διερευνημένη πιθανότητα (βεβαιότητα υπό όρους, ή
συνθήκες), η αλήθεια της γνώμης μας. Αιτίες που ανήκουν στην σφαίρα
της ηθικής, ή της ψυχολογίας ή που συνιστούν αναπόδεικτες προκαταλήψεις.
(π.χ. «οι μαύρες γάτες φέρνουν γρουσουζιά») δεν εξετάζονται
Για τις ανάγκες του κεφαλαίου αυτού
μπορούμε να ονομάσουμε «επιχείρημα» «το σύνολο των λογικών αιτιών με τις
οποίες υποστηρίζουμε μια γνώμη ή μια θέση». Αυτός είναι ένας πιο χαλαρός ορισμός
από αυτόν που είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, γιατί τώρα ενδιαφερόμαστε για
το πρακτικό και όχι το τυπικό μέρος της λογικής.
Ένα επιχείρημα δεν είναι απλώς η
διατύπωση μίας (ή, περισσοτέρων) άποψης αλλά η υποστήριξή της με τρόπο
λογικό. Το αυτό ισχύει και για την
αντίκρουση μίας άποψης. Λέγοντας επιχειρηματολογία, εννοούμε τη χρήση
επιχειρημάτων στη διατύπωση των σκέψεών μας και στην υποστήριξη και θεμελίωση
των γνωμών μας.
|


















